Χαμηλά

Βαδίζω με το βλέμμα χαμηλά. Έτσι έμαθα από μικρό παιδί. Έτσι με έμαθαν από μικρό παιδί. Κοιτάζω λίγα εκατοστά πέρα από τα παπούτσια μου. Εκεί έπεφτε πάντοτε η ματιά μου. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν οι μύτες από τα παπούτσια των άλλων.
Μην κοιτάς παραπάνω, θα απογοητευτείς. Χαμηλά όλοι κοιτάνε, όπως εσύ. Κανείς δεν πρόκειται να κοιτάξει πιο ψηλά, ούτε εσύ. Δεν μπορείς, δεν θέλεις, δεν πρέπει. Έτσι με έμαθαν από μικρό παιδί.

Μια μέρα όμως εκεί που περπατούσα βρέθηκε στο δρόμο μου ένα κομμάτι γυαλί. Η ματιά μου έπεσε πάνω του και επάνω της έπεσαν οι ακτίνες του ήλιου. Άπλετο φως άσπρισε το τοπίο και αναγκάστηκα να κάνω αυτό που δεν έπρεπε. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά αποφεύγοντας την αντανάκλαση. Την πανέμορφη αντανάκλαση. Περιμένοντας να επανέλθει το τοπίο, άρχισα να ανατριχιάζω. Δεν ήξερα καν τι με περίμενε…

Ανοίγοντας τα μάτια είδα το γαλάζιο του ουρανού, μαζί με κάτι λευκά σύννεφα, ελαφρώς μαυρισμένα. Όλα ήταν πανέμορφα. Κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να κοιτάω χαμηλά. Δεν υπάρχει λόγος. Ίσως να μπορέσω ξανά να κοιτάξω χαμηλά. Κάποια στιγμή, κάποτε. Εκεί κάτω στα παπούτσια μου. Για να δέσω τα κορδόνια μου. Ίσως και για να κοιτάξω τα παπούτσια των άλλων. Άραγε θα είμαι ο μόνος;

ΚΚΕ ftw!

Ένα σχόλιο με το οποίο θέλω να ελπίζω ότι συμφωνεί αρκετός κόσμος:

«Αηδία και αποστροφή προκαλεί η απίστευτη προβολή στην Ελλάδα, όπου οι λαϊκές οικογένειες δεινοπαθούν από την ανεργία και τη φτώχεια, του γάμου των απομειναριών του μεσαίωνα τον οποίο η ιστορικά ξεπερασμένη αστική τάξη της Βρετανίας και της Ευρώπης τιμά και επιδεικνύει προκλητικά. Αυτοί να χαίρονται τη σήψη τους, οι λαοί όμως έχουν χρέος να ξεμπερδεύουν μαζί τους.»

Σχόλιο του Γραφείου Τύπου για την προκλητική προβολή και αξιοποίηση του βρετανικού γάμου.

update
 
 

Κοινόδοντας

Ευτυχώς δεν πήρε το Όσκαρ. Γιατί ευτυχώς; Ευτυχώς γιατί θα μας τα είχαν πρήξει… αυτοί που δεν το είδαν. Που ποτέ δεν θα το δουν. Όχι ότι εγώ είμαι καλύτερος. Το είχα «βρει» πέρυσι αλλά δεν το έβλεπα γιατί ήμουν σίγουρος για την πατάτα. Το είδαμε όταν είχαν ανακοινωθεί οι υποψηφιότητες, με μία κρυφή ελπίδα ότι θα έβλεπα κάτι καλό.

«Το Θέμα» με περηφάνεια παρουσιάζει τον Κυνόδοντα. Μάλιστα. Ο Θέμος Γκανγκστεριάδης μας παρουσιάζει περήφανος τον Κυνόδοντα. Από τα ξέκωλα της εκπομπής του στην κουλτούρα της κιτρινοφυλλάδας του. Χαχαχα, εδώ γελάμε!

Ξαφνικά ο Έλληνας απέκτησε κουλτούρα, κινηματογραφική ματιά, βλέπει αλλιώς τώρα τα μεσημεριανά! Ο Έλληνας που ΔΕΝ έχει δει τον Κυνόδοντα υπενθυμίζω, αλλά είναι περήφανος για την υποψηφιότητα. Και ας μην νικήσαμε, εξάλλου δεν έχουμε λόμπυ στο Hollywood εμείς. Έχουν όμως οι άλλοι, ότι κι αν σημαίνει αυτό.

Προσωπικά πάντως δεν έχω βρει άνθρωπο που να το έχει δει όντως και να του άρεσε. Ούτε σε μένα άρεσε. Αυτή την κουλτούρα δεν την μπορώ καθόλου. Μπορεί να είχε ένα κάποιο νόημα, αλλά αυτή την κουλτούρα δεν την μπορώ. Γέλασα όμως αρκετά, σε επίπεδο κωμωδίας δλδ. Και έχω πάρα πολύ καιρό να δω αστεία κωμωδία. Συγχαρητήρια πάντως στον σκηνοθέτη, ο οποίος δεν εκμεταλλεύτηκε στο παραμικρό όλο τον ντόρο γύρω από το δημιούργημα του.

Giorugosu από Λος Άντζελες αποκλειστικά για το Fukuru.

Το γιόρτασα

Δευτέρα. Αυτή που μας πέρασε. Είχαμε γυρίσει σπίτι. Μαζί, αναπάντεχα. Ανοίξαμε ακόμη ένα κρασί να πιούμε και το διακόσμησα με αγαπημένα τραγούδια. Με την πρώτη γουλιά περάσαμε στα προκαταρκτικά. Φιλιά κι άλλα φιλιά και πάλι φιλιά. Δεν προχωρούσα παρακάτω και σταματούσα οποιαδήποτε κίνηση για συνέχιση. Δεν ξέρω τί με είχε πιάσει αλλά δεν ήθελα. Δεν γούσταρα, πως να το κάνουμε.
Σταμάτησα να το παλεύω και αποφάσισα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο αυτή την κατάσταση. Με κοίταξε όλο απορία. Και εγώ θα με κοιτούσα με απορία. Με κοίταξα δηλαδή όταν πήγα στην τουαλέτα. Κοιτάχτηκα καλά στον καθρέφτη. Είχα βγάλει κάποιες ρυτίδες δεν λέω. Όμως ακόμη κρατιόμουν που να πάρει ο διάολος. Τράβηξα το μάγουλο μου προς τα κάτω και είδα καλύτερα τον βολβό του ματιού. Έβγαλα τους φακούς μου και όλα θόλωσαν. Όχι απ’το κρασί, απ’τους φακούς. Ήπια την τελευταία γουλιά απ’το ποτήρι και το πέταξα επάνω στον καθρέφτη. Έσπασε, κάτι άκουσα από το άλλο δωμάτιο και κοίταξα καλά το είδωλο μου. Αυτή τη φορά έβλεπα ότι μου έμοιαζε περισσότερο. Θολό, ραγισμένο και ασύμμετρο.
Επέστρεψα στο δωμάτιο παραπατώντας, αν δεν κάνω λάθος χτύπησα και το πόδι μου στο κομοδίνο. Γέλασε και δήλωσε ότι έχω πιει πάρα πολύ. Γέλασα και εγώ, όχι για την μαλακία που είπε χωρίς να με ξέρει καλά καλά, αλλά για τα αποτελέσματα της θολούρας των φακών. Πήγε στην τουαλέτα και είπε ότι θα επιστρέψει σύντομα. Πήγα στην κουζίνα και άνοιξα το συρτάρι. Άρπαξα ένα από τα μεγάλα μαχαίρια που είχε μέσα.
Άκουσα τις προσβολές και τις απειλές για τον σπασμένο καθρέφτη. Γυρίσαμε και οι δύο στο δωμάτιο, οι φωνές ξαφνικά σταμάτησαν. Όσο ξαφνικά σήκωσα το μαχαίρι και όσο ξαφνικά το κατέβασα. Πρέπει να πέτυχα κάπου στην περιοχή του ώμου. Τόση ήταν η θολούρα μου που δεν καταλάβαινα που σημάδευα. Κάπου εκεί στην θολούρα, για να φύγει. Να φανούν όλα πιο ξεκάθαρα. Κάτι με πιάνει ώρες, ώρες ούτε εγώ το καταλαβαίνω. Ένιωσα ένα τρίξιμο στο χέρι μου από το μαχαίρι, από το κόκκαλο προφανώς. Οι προσβολές έγιναν βρισιές και ενισχύθηκαν από απειλές. Όμως εγώ ήμουν στην καλή άκρη του μαχαιριού. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το χρησιμοποίησα. Ήταν σίγουρα αρκετές. Αρκετές για να κάνουν την δουλειά τους.
Κοντοστάθηκα από πάνω του για λίγο. Μέχρι να φορέσω το παλτό μου. Μαλάκα, σκέφτηκα, ήθελες να γαμήσεις και του Αγίου Βαλεντίνου.

108 λεπτά κλαψομουνίασης

ή αλλιώς γιατί να μην δεις το «Black Swan» του Aronofsky.

Είχα διαβάσει σε ένα blog ή forum ή κάπου στο ίντερνετ τέλος πάντων, ότι δεν υπάρχει λόγος να πληρώσω 9 ευρώ εισητήριο και να πάω να δω ένα μπιμπικιασμένο φιλμ χωρίς χρώματα. Κάθομαι σπίτι μου στην 40″ LED TV μου και απολαμβάνω την ταινία σε 1080p ανάλυση. Όπως θα έπρεπε να τη δεις.
Μερικοί θα πούνε για την μαγεία του σινεμά, της σκοτεινής αίθουσας, του φιλμ, αυτούς τους κόκκους που σε ταξιδεύουν… wrong!
Αν ήταν έτσι ο ήχος θα είχε μείνει στο stereo, 2 ηχεία μπροστά από την οθόνη και πολλά σου είναι. Αντιθέτως έχει βελτιωθεί απίστευτα εδώ και 2 δεκαετίες. Η εικόνα όμως παραμένει το ίδιο αηδία, και δεν βλέπω να κάνουν κάτι γι’αυτό. Δύσκολο μεν, αλλά κάτι θα πρέπει να σκεφτούν… Αλλιώς σπιτάκι «κατεβασμένη» ταινία, πίτσα, pause και πάω για χέσιμο επειδή μου ήρθε εκείνη την ώρα. Αυτά για το τεχνικό κομμάτι που δεν φταίει η ταινία, αλλά η απόφαση μου να πάω να την δω στο σινεμά.

Back to the movie. Στο Wrestler και στο Π, ήξερα τί θα δω πάνω κάτω. Στο Requiem for a dream, πήγα εντελώς απροετοίμαστος, μετά από πρόταση φίλου και έμεινα με την ταινία. Στο The Fountain, είδα μόνο το trailer και πάλι είδα ένα αριστούργημα. Επομένως αποφάσισα να πάω στο Black Swan, μόνο με το trailer για να πάθω πάλι την πλάκα της ζωής μου με την δημιουργία του Aronofsky. Το λιγότερο που περίμενα ήταν ένα Wrestler στην γυναικεία του version. Και θα είχα μείνει και ευχαριστημένος.
Τέτοια πλάκα όμως δεν την περίμενα… από το πρώτο 20λεπτο να έχω βαρεθεί τη ζωή μου, το κλαψούρισμα της χαζομπαλαρίνας και τα κοντινά, ταρακουνημένα πλάνα που σου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι είσαι μέρος της σκηνής. Εάν θέλεις να δεις ταινία με τέτοιες λήψεις δες το Breaking the waves.
Η προσπάθεια της πρωταγωνίστριας να αγγίξει την τελειότητα, όπως την οραματιζόταν ο σκηνοθέτης της με άφηνε πλήρως αδιάφορο. Ίσως γιατί έχω δει πολύ καλύτερες ταινίες για την μάχη του καλού και κακού μας εαυτού, π.χ. το Mulholland Drive. Άσε που το politically correct μήνυμα της ταινίας, βγαίνω έξω πίνω 2-3 ποτά γίνομαι λιάρδα και αυνανίζομαι με αποτέλεσμα να βρω τον κακό μου εαυτό, είναι απλά για γέλια.

Το αστείο είναι ότι παίρνει 8,6 μέχρι στιγμής στο IMDB με 51000 ψήφους περίπου. Μπορεί και να κάνω λάθος στην τελική. Ποιός ξέρει. Πάντως σας προτείνω να «κατεβάσετε» το DvdSCR που έχει βγει και να το δείτε σπιτάκι σας.
Τελικά το μόνο Black Swan που αξίζει είναι αυτό.