Χαμηλά

Βαδίζω με το βλέμμα χαμηλά. Έτσι έμαθα από μικρό παιδί. Έτσι με έμαθαν από μικρό παιδί. Κοιτάζω λίγα εκατοστά πέρα από τα παπούτσια μου. Εκεί έπεφτε πάντοτε η ματιά μου. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν οι μύτες από τα παπούτσια των άλλων.
Μην κοιτάς παραπάνω, θα απογοητευτείς. Χαμηλά όλοι κοιτάνε, όπως εσύ. Κανείς δεν πρόκειται να κοιτάξει πιο ψηλά, ούτε εσύ. Δεν μπορείς, δεν θέλεις, δεν πρέπει. Έτσι με έμαθαν από μικρό παιδί.

Μια μέρα όμως εκεί που περπατούσα βρέθηκε στο δρόμο μου ένα κομμάτι γυαλί. Η ματιά μου έπεσε πάνω του και επάνω της έπεσαν οι ακτίνες του ήλιου. Άπλετο φως άσπρισε το τοπίο και αναγκάστηκα να κάνω αυτό που δεν έπρεπε. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά αποφεύγοντας την αντανάκλαση. Την πανέμορφη αντανάκλαση. Περιμένοντας να επανέλθει το τοπίο, άρχισα να ανατριχιάζω. Δεν ήξερα καν τι με περίμενε…

Ανοίγοντας τα μάτια είδα το γαλάζιο του ουρανού, μαζί με κάτι λευκά σύννεφα, ελαφρώς μαυρισμένα. Όλα ήταν πανέμορφα. Κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να κοιτάω χαμηλά. Δεν υπάρχει λόγος. Ίσως να μπορέσω ξανά να κοιτάξω χαμηλά. Κάποια στιγμή, κάποτε. Εκεί κάτω στα παπούτσια μου. Για να δέσω τα κορδόνια μου. Ίσως και για να κοιτάξω τα παπούτσια των άλλων. Άραγε θα είμαι ο μόνος;

Advertisements

Το γιόρτασα

Δευτέρα. Αυτή που μας πέρασε. Είχαμε γυρίσει σπίτι. Μαζί, αναπάντεχα. Ανοίξαμε ακόμη ένα κρασί να πιούμε και το διακόσμησα με αγαπημένα τραγούδια. Με την πρώτη γουλιά περάσαμε στα προκαταρκτικά. Φιλιά κι άλλα φιλιά και πάλι φιλιά. Δεν προχωρούσα παρακάτω και σταματούσα οποιαδήποτε κίνηση για συνέχιση. Δεν ξέρω τί με είχε πιάσει αλλά δεν ήθελα. Δεν γούσταρα, πως να το κάνουμε.
Σταμάτησα να το παλεύω και αποφάσισα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο αυτή την κατάσταση. Με κοίταξε όλο απορία. Και εγώ θα με κοιτούσα με απορία. Με κοίταξα δηλαδή όταν πήγα στην τουαλέτα. Κοιτάχτηκα καλά στον καθρέφτη. Είχα βγάλει κάποιες ρυτίδες δεν λέω. Όμως ακόμη κρατιόμουν που να πάρει ο διάολος. Τράβηξα το μάγουλο μου προς τα κάτω και είδα καλύτερα τον βολβό του ματιού. Έβγαλα τους φακούς μου και όλα θόλωσαν. Όχι απ’το κρασί, απ’τους φακούς. Ήπια την τελευταία γουλιά απ’το ποτήρι και το πέταξα επάνω στον καθρέφτη. Έσπασε, κάτι άκουσα από το άλλο δωμάτιο και κοίταξα καλά το είδωλο μου. Αυτή τη φορά έβλεπα ότι μου έμοιαζε περισσότερο. Θολό, ραγισμένο και ασύμμετρο.
Επέστρεψα στο δωμάτιο παραπατώντας, αν δεν κάνω λάθος χτύπησα και το πόδι μου στο κομοδίνο. Γέλασε και δήλωσε ότι έχω πιει πάρα πολύ. Γέλασα και εγώ, όχι για την μαλακία που είπε χωρίς να με ξέρει καλά καλά, αλλά για τα αποτελέσματα της θολούρας των φακών. Πήγε στην τουαλέτα και είπε ότι θα επιστρέψει σύντομα. Πήγα στην κουζίνα και άνοιξα το συρτάρι. Άρπαξα ένα από τα μεγάλα μαχαίρια που είχε μέσα.
Άκουσα τις προσβολές και τις απειλές για τον σπασμένο καθρέφτη. Γυρίσαμε και οι δύο στο δωμάτιο, οι φωνές ξαφνικά σταμάτησαν. Όσο ξαφνικά σήκωσα το μαχαίρι και όσο ξαφνικά το κατέβασα. Πρέπει να πέτυχα κάπου στην περιοχή του ώμου. Τόση ήταν η θολούρα μου που δεν καταλάβαινα που σημάδευα. Κάπου εκεί στην θολούρα, για να φύγει. Να φανούν όλα πιο ξεκάθαρα. Κάτι με πιάνει ώρες, ώρες ούτε εγώ το καταλαβαίνω. Ένιωσα ένα τρίξιμο στο χέρι μου από το μαχαίρι, από το κόκκαλο προφανώς. Οι προσβολές έγιναν βρισιές και ενισχύθηκαν από απειλές. Όμως εγώ ήμουν στην καλή άκρη του μαχαιριού. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το χρησιμοποίησα. Ήταν σίγουρα αρκετές. Αρκετές για να κάνουν την δουλειά τους.
Κοντοστάθηκα από πάνω του για λίγο. Μέχρι να φορέσω το παλτό μου. Μαλάκα, σκέφτηκα, ήθελες να γαμήσεις και του Αγίου Βαλεντίνου.

Λαίφκή Σαιληδά

Πήγα απέναντι στο ψιλικατζίδικο. 20 μέτρα το πολύ. Σκεφτόμουν εάν το επόμενο σπίτι, αυτό που διακαώς περιμένω να γνωρίσω θα έχει ψιλικατζίδικο στα 20 μέτρα. Είχε ζέστη. Αύγουστος και είχε ζέστη. Δεν περίμενα κάτι άλλο. Τελευταία όντως δεν περιμένω κάτι άλλο. Και δεν ξέρω γιατί. Ίσως τώρα να έμαθα. Να μην περιμένω. Ούτε να περιμένουν. Και κάνω και κάτι βλακείες τελευταία… Ο Σεπτέμβρης ακόμη πιο καυτός. Αυτό το ξέρω εγώ και κανείς άλλος. Γι’αυτό και μοιράζομαι αυτή την πολύτιμη γνώση μαζί σας. Ο Σεπτέμβρης θα είναι ακόμη πιο καυτός. Αυτό να το θυμάστε και όταν έρθει εκείνη η στιγμή που θα είναι ο Σεπτέμβρης πιο καυτός θα πείτε, τελικά είχε δίκιο ο Giorugosu.

Έφτασα στο ψιλικατζίδικο, πήρα ένα στυλό και ένα μπλοκάκι. Για να γράφω, να γράφω αυτά που σας λέω. Μέχρι στιγμής τίποτα…

Τρόμα

Κοιτάζομαι και πάλι στον καθρέφτη. Η ίδια φάτσα, τα ίδια χαρακτηριστικά.

Κοιτάζω πιο προσεκτικά, πολύ πιο προσεκτικά. Σίγουρα δεν είμαι ο ίδιος. Και απορώ. Πως είναι δυνατόν; Κάπου εδώ ήταν. Ψάχνοντας λίγο πιο προσεκτικά το βρίσκω. Ακριβώς στον κρόταφο. Στην αριστερή πλευρά. Παραμερίζοντας τις τρίχες μπορώ να δω την τρύπα. Διαμπερές τραύμα μου είχαν πει οι γιατροί. Τί να ξέρουν κι αυτοί; Διαμπερές; Τους ρωτούσα; Διαμπερές απαντούσαν. Εμ τότε γιατί σας ρωτάω; Τους ρωτούσα.

Έχει χρόνια τώρα αυτή η ιστορία. Με το τραύμα. Και το ξεραμένο αίμα τριγύρω. Βάζω το δάχτυλο μου μέσα, να νιώσω κάτι. Άδικα. Τότε είναι που θυμάμαι ακόμη πιο παλιά. Σηκώνω την μπλούζα. Βλέπω την ουλή. Προσπαθώ να θυμηθώ. Κάτι ίσως να νιώθω. Δεν πολυθυμάμαι. Είναι και οι μπύρες στην μέση βλέπεις. Εγχείρηση; Προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα. Αλλά αυτά είναι τόσο παλιά. Τώρα που είναι οι ουλές; Οι πληγές; Τα τραύματα;

Την έχω αφήσει να κοιμάται στο δωμάτιο. Εγώ συνεχίζω με τα τραύματα. Δεν βλέπω άλλα να πω την αλήθεια. Μπαίνω στο δωμάτιο. Κάθομαι στην πολυθρόνα. Την κοιτάζω απέναντι. Ανοίγω την επόμενη μπύρα και πίνω μια γερή γουλιά. Πάντα μου άρεσαν οι πληγές πάνω στο σώμα. Σβήνω το φως.

Το προηγούμενο βράδυ

Θέλω παρέα μου την μοναξιά.
Μου λέει και πατάει γκάζι. Τότε συνηδειτοποιώ ότι δεν υπάρχει προστατευτική μπάρα μπροστά μας και αρχίζουμε να πέφτουμε προς το νερό. Ταυτόχρονα ο χτύπος του προφυλακτήρα στα σκοτεινά νερά, οι αερόσακοι προσπαθούν να μας προστατέψουν και καταλαβαίνω ότι έχει βγάλει την ζώνη της. Χτυπάει με δύναμη μπροστά, εγώ τραντάζομαι και αρχίζει η καμπίνα να γεμίζει νερά.
Βρώμικα, κρύα, θολά νερά γλύφουν τα πόδια μας. Προσπαθώ να την συνεφέρω και βλέπω τα αίματα στο λευκό ύφασμα. Θα ορκιζόμουν ότι είδα ένα πρόσωπο κάπου εκεί μέσα. Χαμογελαστό ίσως, αλλά μάλλον με ξεγελάνε τα μάτια μου.
Προσπαθώ να ανοίξω πόρτες ή τα παράθυρα. Δεν τα καταφέρνω. Δεν θυμάμαι καν τί υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις, γιατί το είχα διαγράψει εντελώς απο το μυαλό μου αυτό το ενδεχόμενο.

Ενστικτωδώς ή βλακωδώς, δεν μπορώ να αποφασίσω τί υπερίσχυσε, λύνω την ζώνη και προσπαθώ να πάω στα πίσω καθίσματα. Τα πίσω καθίσματα. Με τα θολά παράθυρα και το σκοτάδι απ’έξω να προσπαθεί να μας καλύψει. Κάπου κολλάει το πόδι μου, γυρνάω να δω και είναι το χέρι της αγκαλιασμένο στο γόνατο μου. Προσπαθεί να με κρατήσει δίπλα της. Της φωνάζω αλλά δεν ανταποκρίνεται. Πάλι το μυαλό με τα κόλπα του. Ή απλώς η τυχαία συνεύρεση των μελών μας.
Τραβάω το πόδι και ανεβαίνω στο πίσω παράθυρο. Χωρίς να το καταλάβω το νερό έχει φτάσει στην μέση μου. Προσπαθώ να δω που είναι και τί κάνει. Δεν φαίνεται τίποτα. Μόνο τα μαύρα μαλλιά ξεχωρίζω στον απαλό σαγηνευτικό χορό τους που με καλούν να τα αγγίξω.
Ακουμπάω τα χέρια μου στο παράθυρο και κολλάω το πρόσωπο μου στο γυαλί. Προσπαθώ να αναπνεύσω τον τελευταίο αέρα που μου έμεινε. Είναι αστείο, όμως θέλω τόσο πολύ να τις απολαύσω αυτές τις τελευταίες ανάσες. Κοιτάω έξω αλλά δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήσει. Πρέπει μόνοι μας να βγούμε. Λίγο δύσκολο πλέον. Ίσως να έπρεπε να πω μία προσευχή. Αλλά μου είναι αδύνατον να σπαταλήσω έτσι την αναπνοή μου. Όχι την τελευταία ανάσα μου για ένα θεό.

Με το ζόρι κρατάω το στόμα μου στην επιφάνεια. Βαθειά, γεμάτη, τελευταία ανάσα. Το νερό γλύφει το παράθυρο και εγώ γυρνάω προς το μέρος της. Την κοιτώ και θυμάμαι, συνεχίζω να ονειρεύομαι. Ακόμη και αυτή την τελευταία στιγμή συνεχίζω να κάνω όνειρα.
Της πιάνω το πρόσωπο και την φιλώ. Συγγνώμη που έφυγα, σκέφτομαι και τα πάντα σβήνουν.

1/1

Γιορτές, μπαρ. Δεν πήγα σε κάποιο απο τα συνηθισμένα μέρη. Διάλεξα κάποιο που να ήταν ανοιχτό εκείνη την ώρα. Ευτυχώς ήταν και αρκετά πιο σκοτεινό απο τα άλλα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Εγώ, οι γκαρσόνες και ο dj. Αρχικά έκατσα μπροστά του, έτσι απλά για να έχει παρέα. Κάτι μου είπε, κάτι του απάντησα και άλλαξα θέση στη μπάρα. Είχα πιεί 2 ποτά ήδη όταν το μαγαζί είχε γεμίσει ελαφρώς.

Καθόταν απέναντι και φαινόταν μόνη. Ίσως και να είχε παρέα τους δίπλα της. Αλλά όλοι εκείνοι χόρευαν. Αυτή μόνο καθόταν και έπινε. Μετά απο άλλα 2-3 ποτά και αρκετή ώρα αργότερα συναντηθήκαμε στο κέντρο του μαγαζιού. Έπαιζε κάτι σαχλοτράγουδα και χορέψαμε λίγο. Θα προτιμούσα να χορεύαμε με Tom Waits αλλά δεν μπορούσα να τους χαλάσω τις γιορτές.

Σηκώθηκα απο το κρεβάτι και βγήκα στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο. Δίπλα μου αναβόσβηνε η πινακίδα του ξενοδοχείου. Γέμιζε τα μούτρα μου με νέον φώς. Κοιτούσα κάτω τον δρόμο και τον κόσμο. Είμασταν στον δεύτερο όροφο και φαίνονταν αρκετά καθαρά.
Άπλωσα το χέρι μου προς ένα ζευγάρι που περνούσε αγκαλιασμένο. Σχημάτισα μία γροθιά με το δεξί μου χέρι και άνοιξα τον δείκτη και τον μέσο. Σήκωσα τον αντίχειρα μου και σημάδεψα τον άντρα. Φύσηξα τον καπνό του τσιγάρου να βγει απο μέσα μου και με δύναμη κατέβασα τον αντίχειρα.
Εκείνη την στιγμή ξύπνησε και ήρθε να με αγκαλιάσει. Τί κάνεις;
Το ζευγάρι έστριβε στην γωνία και χανόταν μέσα στο στενό.
Τίποτα, απάντησα. Τίποτα.

Get in the ring

Υποδέχεται και άλλη γροθιά στο σαγόνι του ο πρωταγωνιστής μας, ακολουθούμενη απο μία δεύτερη κατ’ευθείαν επάνω στα πλευρά του ενώ προσπαθεί να καλύψει ανεπιτυχώς το πρόσωπο του. Και κατεβάζοντας τα χέρια ενστικτωδώς ως ένδειξη αφόρητου πόνου η επόμενη έρχεται απο κάτω και δεξιά με κατεύθυνση προς τα πάνω. Με μία απότομη κίνηση το κεφάλι του κοιτάζει ξαφνικά τα φώτα ψηλά στο ταβάνι.

Και κάπου εκεί αρχίζει η διαδρομή προς το κρύο γεμάτο ιδρώτα καναβάτσο. Ο χρόνος σταματά να μετράει για εκείνον, μόνο για εκείνον. Πέντε τρίλεπτα ήταν άραγε αρκετά; Ο κόσμος βρίσκεται όρθιος ζητωκραυγάζοντας. Ο ίδιος αγνοεί τις εκκλήσεις του προπονητή του να μείνει όρθιος. Απλώνει τα χέρια και αγκαλιάζει το λευκό σεντόνι. Ανοίγει για λίγο τα μάτια και βλέπει δύο πόδια και ένα χέρι να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά. Σκέφτεται τον παππού του όταν του μάθαινε να μετράει, ένα δύο τρία…

Κλείνει τα μάτια, χαμηλώνει η μουσική υπόκρουση. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει αυτήν μέσα στο πλήθος. Κεντρική πλατεία ώρα 4 το απόγευμα, μόλις έχουν βρεθεί και δεν λέει να σταματήσει τα φιλιά της. Ούτε αυτός θέλει εννοείται. Είναι άλλωστε η πρώτη του γκόμενα και σκέφτεται ότι θα είναι η μοναδική.
Ανοιγοκλείνει τα μάτια και βλέπει τον ιδρώτα του να πέφτει σταγόνα σταγόνα. Όλο και πιο πολύ, όλο και περισσότερες σταγόνες, σταγόνες βροχής. Κοιτάει ψηλά, βλέπει τα σύννεφα και την βροχή που πέφτει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά. Για μία στιγμή μπερδεύει τον ήχο του χειροκροτήματος με τον ήχο της βροχής.

Το νερό αρχίζει να μαζεύεται γύρω του. Προσπαθεί να σηκωθεί. Ακουμπάει τις γροθιές του κάτω και προσπαθεί να σπρώξει τον εαυτό του. η βροχή δυναμώνει. Το νερό φτάνει μέχρι τους αγκώνες του. Κοιτάει τριγύρω. Τα σχοινιά του ρινγκ είναι τα σύνορα της λίμνης που σιγά σιγά σχηματίζεται, έξω απο αυτά δεν βλέπει τίποτα.
Ήδη βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια της λίμνης και τώρα πια είναι πολύ εύκολο να σηκωθεί με την βοήθεια της άνωσης. Κοιτώντας προς τα δυνατά υπέρλαμπρα άστρα σπρώχνει δυνατά με τα χέρια του για να φτάσει στη επιφάνεια. Τώρα πια είναι στην επιφάνεια, όρθιος.
Και ο αγώνας συνεχίζεται…