Μαχαιρώματα ο Ντίνος.

Έχεις ένα ραντεβού στο οποίο πραγματικά δεν θέλεις να πας με τίποτα;
Σε απασχολεί η αυριανή εργάσιμη μέρα και το πως θα αντέξεις για ένα ακόμη 8ώρο τον μαλάκα πάνω απο το κεφάλι σου που στο παίζει αφεντικό;
Ακόμη χειρότερα αν είσαι γυναίκα και θα πρέπει να ανέχεσε, αν έχεσε, ανέχεσαι τα σεξουαλικού περιεχομένου σχόλια του;
Είσαι φαντάρος και είναι η τελευταία βραδιά της άδειας σου; Αύριο θα μπεις μέσα και δεν ξέρεις πότε θα ξαναβγείς;
Είναι γιορτές και οι γονείς σου θα σε πάνε στο χωριό με όλες τις γιαγιάδες, τους παππούδες και τις θείες που σε υπεραγαπάνε;

Ειδικότης μου το μαχαίρωμα. Ναι, ακριβώς… Μην το γελάς.
Κανονίζουμε 2 με 3 ώρες πριν το γεγονός που θέλεις να αποφύγεις και σε μαχαιρώνω σε απολύτως ασφαλή περιοχή του σώματος σου. Θα πρέπει βεβαίως να νοσηλευτείς, με αποτέλεσμα να χάσεις την υποχρέωση που σε έχουν φορτώσει. Αυτό δεν είναι και το νόημα της όλης υπόθεσης; Προσφέρω απόλυτη εχεμύθεια, ευχάριστη εξυπηρέτηση σε λογικές τιμές.

Μη διστάσεις να επικοινωνήσεις! Για σένα το κάνω…

Advertisements

Φράουλες

Σε 2′ θα είναι εδώ.

Μετά απο 2′
Ανοίγει η πόρτα στη μέση και μπαίνουμε τα 5 άτομα που περιμέναμε. Τώρα μαζευτήκαμε καμμιά δεκαριά. Κοιτάω δεξιά αριστερά. Ποιός έχει φράουλες; Μας έσπασε τη μύτη.
Σηκώνεται μία γιαγιούλα απο την μπροστινή θέση και ψαχουλεύει την πλαστική σακούλα που έχει στην αγκαλιά της. Είναι μαυροντυμένη και ελαφρώς σκυμμένη κρύβωντας άθελα το πρόσωπο της. Φοράει ένα μαντήλι γύρω απ’το κεφάλι αλλά φαίνονται τα ασπρισμένα της μαλλιά.
Βγάζει ένα πλαστικό δοχείο που μέσα έχει φράουλες. Κόκκινες, φρέσκιες με άρωμα που τρελλαίνει τα ρουθούνια.
Πλησιάζει την κυρία που κάθεται στο διπλανό κάθισμα. Της προσφέρει τις φράουλες χωρίς να πει κάτι. Η κυρία ξαφνιάζεται, είναι και ελαφρώς «μη μου άπτου» εδώ που τα λέμε. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Με το χέρι της καλυμένο με ένα μαύρο δερμάτινο γάντι κάνει ένα νόημα μη αποδοχής της προσφοράς και γυρίζει το κεφάλι της κοιτώντας έξω απο το παράθυρο. Βιτρίνα με ρούχα, γυναικεία, ταγιέρ.
Η γιαγιά χωρίς να πει κάτι συνεχίζει στην επόμενη σειρά. Δύο κορίτσια με σακίδια στον ώμο πιθανότατα Γυμνασίου δέχονται με γέλια τις φράουλες και επιστρέφουν στα κινητά τους.
Επόμενη στάση κατεβαίνει ένας κοστουμαρισμένος κύριος με ομπρέλα παίρνοντας μία φράουλα και ευχαριστώντας την γιαγιά.

Η γιαγιά συνέχισε την πορεία της περνώντας απο όλους τους επιβάτες. Απο όσους προλάβαιναν βέβαια τα αργά της βήματα. Πέρασε και απο μένα. Πήρα και εγώ μία φράουλα. Την ευχαρίστησα.

Αφού είχε περάσει απ’όλους επέστρεψε στην θέση της. Πρόσφερε μία και στον οδηγό. Της απέμεινε μία τελευταία φράουλα. Την πήρε στο χέρι της και κοίταξε στα αριστερά της την κυρία με τα γάντια. Η κυρία κοίταζε την φράουλα με βλέμμα «κρυφής» επιθυμίας. Η γιαγιά της πρότεινε την φράουλα για δεύτερη φορά. Η κυρία έβγαλε το γάντι της, άπλωσε το χέρι της και πήρε την φράουλα. Ευχαρίστησε την γιαγιά, η οποία δεν έδωσε και πολύ σημασία καθώς έβαζε το πλαστικό κουτί μέσα στην σακούλα της.

Στην επόμενη στάση σηκώθηκε και κατέβηκε η γιαγιά. Αυτή ήταν η μέρα που φάγαμε όλοι φράουλες στο λεωφορείο.

Ραβασάκια

«Την επόμενη φορά θα φωνάξω την τροχαία.»

Την επόμενη φορά φώναξε ότι θέλεις, αυτή τη φορά βάλτην τροχαία εκεί που ξέρεις!

«Ρε μ _ _ _ _ _, εδώ είναι ιδιωτικό πάρκινγκ, μην παρκάρεις.»

Μ_ _ _ _ _ _ είσαι και φαίνεσαι και τράβα αγόρασε καμμιά πινακίδα της προκοπής ρε μ_ _ _ _ _!

Αντιχρόνια πολλά

Κάνω να αλλάξω πλευρό. Να γυρίσω πλάτη. Να αποκοιμηθώ ξανά. Πάλι έχω πονοκέφαλο. Απο εκείνους τους έντονους που δεν λένε να σε αφήσουν με τίποτα. Σηκώνομαι και πάω στον καθρέφτη.

Πλησιάζω όσο πιο κοντά μπορώ και κοιτάω μέσα στα μάτια μου. Ρωτάω κάτι στον εαυτό μου. Η απάντηση είναι όχι. Κοιτάω πιο προσεκτικά και βλέπω ραγίσματα… Ραγισμένο μάτι; Ξαφνικά ξαναχτυπά ο πονοκέφαλος.

Σπάει το μάτι μου και μία πέτρα πέφτει στο νεροχύτη. Φωνές μέσα στο κεφάλι μου, κάποιος χτυπάει το άλλο μου μάτι. Σπάει και αυτό και μία μολότοφ πέφτει στο νεροχύτη. Όλα μέσα στο δωμάτιο αρπάζουν σιγά σιγά φωτιά.

Πρέπει να κλείσω τα μάτια, να δέσω τις πληγές, να μην βλέπω. Μέσα απο τις σπασμένες βιτρίνες των ματιών μου βγαίνουν χέρια και γράφουν συνθήματα στο πρόσωπο μου. Δεν αντιδρώ. Διαβάζω ότι έχουν να μου πουν.

Δεν μπορώ να γιορτάσω φέτος. Δεν γίνεται. Απ’την άλλη βέβαια, ίσως οι φετινές γιορτές να είναι οι καλύτερες που έχω περάσει. Για πολλούς λόγους.

Ο άνθρωπος που κατέστρεψε τις Δ.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Γύρισε σπίτι βιαστικός. Έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια του, άναψε τα φώτα στο σαλόνι, έκανε στην άκρη το τραπέζι και σήκωσε το χαλί. Ο κύκλος με το τρίγωνο που είχε σχεδιάσει πριν 5 μήνες περίπου, υπήρχε ακόμη. Πήρε την κιμωλία και τα ξαναπέρασε ένα χέρι. Πρώτα τον κύκλο και μετά το ισοσκελές τρίγωνο, το δέλτα.
Κοίταξε το ρολόι. Περασμένες δέκα. Πάλι άργησα σκέφτηκε. Χρειαζόταν περίπου 2 ώρες για την ακολουθία. Με λίγη βιασύνη και μικρότερα διαλείμματα μείωνε τον χρόνο κατα ένα τέταρτο. Αυτή ήταν η τελευταία προσπάθεια. Υποτίθεται τώρα θα πετύχαινε το πείραμα του. Αυτό όμως σκεφτόταν κάθε βδομάδα που το προσπαθούσε.

Κάθε Κυριακή, η ίδια ιστορία, εδώ και πέντε μήνες περίπου. Σκέφτηκε πώς ήταν, πώς κατέληξε και τί χρειάστηκε για να φτάσει σε αυτή την κατάσταση. Αμέσως πήρε θάρρος απο τις σκέψεις του και άνοιξε τα ημερολόγια μπροστά του. Είχε αγοράσει 3 διαφορετικά ημερολόγια και τα έβαλε στις 3 γωνίες του τριγώνου. Άνοιξε την σελίδα στις 22 του Δεκέμβρη, ημέρα Δευτέρα. Πήρε το κάρβουνο που είχε ξεμείνει απο τα μαθήματα ζωγραφικής που προσπάθησε ανεπιτυχώς να ξεκινήσει πριν κάμποσα χρόνια.
Άρχισε σιγά σιγά να ζωγραφίζει τα γράμματα της λέξης Δευτέρα. Πρώτα γέμισε το δέλτα. Μετά έκλεισε τις γραμμές του έψιλον και σχημάτισε ένα οχτώ. Γέμισε και σε αυτό τους κύκλους. Συνέχισε με τα υπόλοιπα γράμματα. Όταν τελείωσε, τράβηξε τρείς γραμμές παράλληλα με την λέξη για να την διαγράψει. Όταν τελείωσε και με αυτό, έκλεισε το ημερολόγιο και ανοιξε το δεύτερο. Επανέλαβε την διαδικασία και προχώρησε στο τρίτο. Όταν ολοκληρώθηκε η όλη διαγραφή, κοίταξε το ρολόι. Δώδεκα παρά δέκα.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του, σκεπτόμενος την αυριανή ημέρα. Έτσι τον πήρε ο ύπνος.
Όταν είχε πλέον ξυπνήσει, προσπάθησε να νιώσει εάν είχε αλλάξει κάτι. Δεν ήθελε να σηκωθεί απο το κρεβάτι, έπρεπε όμως. Έπρεπε να διαπιστώσει το αποτέλεσμα. Ντύθηκε, βγήκε έξω και προχώρησε προς το κοντινότερο περίπτερο. Κοίταξε την πρώτη εφημερίδα. Πλησίασε για να δει καλύτερα τα μικρά γράμματα. Χαμογέλασε και κοίταξε την επόμενη και την επόμενη και την επόμενη. Η αλήθεια είναι ότι δεν το πίστεψε στην αρχή, οπότε τις ξαναέριξε μία γρήγορη ματιά. Ήταν ακριβώς αυτό που διάβαζε.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2008

Το κλειδί του Σολ

Κατασκευάζω κλειδιά. Μικρά μεταλλικά κλειδιά με εγκοπές, μύτες, κοιλότητες και γραμμές. Ταυτόχρονα κατασκευάζω και τις κλειδαριές που δέχονται τέτοια κλειδιά. Είναι ειδικές κλειδαριές για ειδικά κλειδιά, για τα κλειδιά που κατασκευάζω εγώ προσωπικά. Μόνο εγώ αγγίζω το μέταλλο, το λιώνω, το τρίβω και το φέρνω στο επιθυμητό σχήμα.
Κανείς άλλος δεν έχει καταφέρει να αντιγράψει ή να κατασκευάσει είτε κλειδί, είτε κλειδαριά που να ταιριάζει με τα δικά μου κομψοτεχνήματα. Αυτό συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο. Κανείς δεν γνωρίζει την τέχνη μου. Την τέχνη που μου έμαθε ο πατέρας μου απο μικρό. Την τέχνη του να κλειδώνω και να ξεκλειδώνω κόσμους. Να κλειδώνω και να ξεκλειδώνω ανθρώπους.

Σε μένα έρχονται ελάχιστα άτομα. Δεν θέλουν όλοι τα ίδια κλειδιά, πόσο μάλλον τις ίδιες κλειδαριές. Δεν είναι για όλους οι κατασκευές μου. Πρέπει να είσαι αποφασισμένος για να έρθεις σε επαφή μαζί μου. Πολλές φορές μέχρι και εγώ δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τις επιθυμίες των πελατών μου. Δεν σας κρύβω ότι αρκετές φορές μπήκα στον πειρασμό να φτιάξω το δικό μου προσωπικό κλειδί, αλλά δεν είμαι ίδιος με αυτούς. Έχω μάθει να φοβάμαι με τους φόβους μου και να τρέμω στην ιδέα του άγνωστου. Αλλά όχι αυτοί, αυτοί όπως είπαμε είναι αποφασισμένοι. Έτοιμοι. Πρόθυμοι. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που μου επέστρεψαν κλειδιά και κλειδαριές για να τα καταστρέψω. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό γίνεται τις περισσότερες φορές.

Έτσι έγινε και την τελευταία φορά που μου ζητήθηκε να κατασκευάσω ένα σετ. Πριν απο τρία χρόνια περίπου. Δύο χρόνια και έντεκα μήνες για την ακρίβεια. Δύο χρόνια, έντεκα μήνες και πέντε μέρες για περισσότερη ακρίβεια. Δύο χρόνια, έντεκα μήνες, πέντε μέρες και τρεις ώρες ακριβώς. Θυμάμαι ήταν ένας πιτσιρικάς που μόλις είχε αποφοιτήσει απο κάποια Σχολή Καλών Τεχνών. Γύρισε πίσω την κλειδαριά κατατρομαγμένος. Δεν ήθελε να μιλήσει για αυτό που βίωσε. Δεν χρειάστηκε. Εξάλλου εγώ ήμουν ο δημιουργός της κλειδαριάς, του κλειδιού και της εμπειρίας του. Ήξερα ακριβώς τί πέρασε και τί θα περάσει απο δω και πέρα στην υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να ξεχάσει.

Τότε όμως ήταν και η μοναδική στιγμή που συνειδητοποίησα κάτι απλό. Τον πραγματικό λόγο που δίσταζα να κατασκευάσω το δικό μου σετ. Είχα καταλάβει ότι η δική μου προσωπική κλειδαριά κρυβόταν πολύ καιρό μέσα μου. Το μόνο που έμενε πλέον ήταν να βρω το κλειδί που ταιριάζει. Η αναζήτηση του κλειδιού ήταν και ο λόγος της παραίτησης μου απο την ενασχόληση με άλλες κλειδαριές.

Σήμερα πλέον, έχοντας βρει το κλειδί περνώ τις τελευταίες βδομάδες κοιτάζοντας το… το μελετώ, το αναλύω, προσπαθώ να το ερμηνεύσω. Είναι δύσκολη απόφαση η χρησιμοποίηση του. Δεν γνωρίζω τί με περιμένει, πως θα είναι να γίνω σαν όλους αυτούς που έρχονταν γεμάτοι ελπίδα σε μένα. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το κλειδί. Είναι ψυχρό μέταλλο. Σιγά σιγά ζεσταίνεται απο το χέρι μου… Το πλησιάζω στην κλειδαριά, το κλειδί θερμαίνεται. Έχει αρχίσει να κοκκινίζει και να βγάζει μία περίεργη λάμψη. Δεν νιώθω καθόλου πόνο με την ζέστη, το αντίθετο θα έλεγα. Η ευφορία και η γαλήνη είναι απίστευτη. Βάζω το κλειδί και το γυρνάω μία φορά. Ήχος. Δεύτερη φορά. Ήχος. Ταίριαξε απόλυτα…

Το σχοινί στο πόδι.

Ξύπνησε, πριν απο τέσσερα χρόνια περίπου. Ήταν Αύγουστος απόγευμα και μόλις είχε τελειώσει τον μεσημεριανό του ύπνο. 16:26.
Έτριψε τα μάτια του και έπειτα το πρόσωπο. Κοίταξε το ταβάνι και μετά την τηλεόραση. Κοίταξε το ταβάνι και μετά την τηλεόραση. Κοίταξε το ταβάνι και μετά την τηλεόραση.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε τον αστράγαλο… Ήταν ακόμη εκεί. Το είχε συνειδητοποιήσει μία βδομάδα πριν. Το σχοινί στο πόδι.

Πέταξε το σεντόνι απο πάνω του και σηκώθηκε. Δεν το πολυσκέφτηκε όταν είχε εμφανιστεί απο το πουθενά αυτό το σχοινί. Δεν τον ενοχλούσε κιόλας. Απλά συνέχισε την ζωή του σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έγινε κάποια τρομαχτική αλλαγή. Το σχοινί τον ακολουθούσε όπου και να πήγαινε. Απλά είχε την αμυδρή εντύπωση ότι κάθε μέρα χόντραινε απο λίγο. Εκείνο το απόγευμα είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικό. Αλλά όχι αφόρητο. Μπορούσε να ζήσει κάποιους μήνες ακόμη έτσι. Αυτό τουλάχιστον πίστευε. Δεν είχε προσπαθήσει να το βγάλει, ούτε να βρει την άκρη του. Δεν προσπάθησε καν να βρει με ποιο τρόπο ήταν δεμένο στο πόδι του. Είχε κάποιον περίεργο κόμπο, τα άκρα του οποίου φαινόταν να καταλήγουν στο ίδιο σημείο…

Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, σηκώθηκε και έπιασε στα χέρια του το σχοινί. Ξεκίνησε να το τραβάει και να προχωράει προς την άκρη του. Την οποία έλπιζε να συναντήσει σύντομα. Βγήκε έξω απο το δωμάτιο, το σπίτι, την γειτονιά, την συνοικία, την πόλη. Περπατούσε πλέον μέσα σε χωράφια. Σε λίγη ώρα είχε φτάσει σε έναν λόφο και έβλεπε καθαρά το σχοινί να χάνεται μέσα στο δάσος. Το ακολούθησε μέχρι το ξέφωτο όπου το σχοινί κατέληγε. Σταμάτησε ακριβώς απο πάνω και κοίταξε το σχοινί να χώνεται μέσα στο έδαφος. Κοίταξε τριγύρω, ήταν μόνος, δεμένος, σε ένα ξέφωτο και το σχοινί κατέληγε μέσα στο χώμα. Γέλασε δυνατά και έβρισε την τύχη του. Έσκυψε και άρχισε να σκάβει ελαφρώς με τα χέρια του.

Δεν μπορούσε να σκάψει για πολύ, σταμάτησε και κοίταξε λίγο πιο πέρα. Παρατήρησε, λίγα μέτρα πιο μακρυά την άκρη να ξαναβγαίνει απο το έδαφος. Μόλις πλησίασε άκουσε βήματα απο την άλλη πλευρά του ξέφωτου. Εκεί στεκόταν μία γυναίκα. Κρατούσε ένα σχοινί στα χέρια που ήταν δεμένο στο πόδι της. Τον πλησίασε τραβώντας την άκρη του δικού της σχοινιού και βρέθηκε πάνω απο το σημείο που έμπαινε στο έδαφος. Άρχισαν να σκάβουν, ο καθένας απο τη μεριά του μέχρι που συναντήθηκαν αφού είχαν ξεθάψει ολόκληρο το σχοινί. Στο κέντρο της απόστασης τους δεμένο σε ένα κόμπο, εκεί που ενώνονταν τα δύο σχοινιά, υπήρχε ένα ψαλίδι με ένα σημείωμα επάνω.

Use it wisely.